| | | |
Αρχική Σελίδα


περισσότερα βίντεο >>
Αρχική Σελίδα / Γενικά για την Κύπρο / Ιστορικά στοιχεία / Μεσαιωνική Ιστορία / Φραγκοκρατία
Φραγκοκρατία

Το 1192 ο Γκυ ντε Λουζινιάν, μετά από τη σύντομη κυριαρχία του Ριχάρδου και των Ναϊτών, αγόρασε το νησί από τους τελευταίους, εγκαινιάζοντας την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Η Φραγκοκρατία διήρκησε μέχρι τα τέλη του 15ου αιώνα, το 1489, όταν το νησί παραχωρήθηκε στη δημοκρατία της Βενετίας. Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας το νησί υπαγόταν στην εξουσία των βασιλιάδων της δυναστείας των Λουζινιανών, με έδρα τους τη Λευκωσία. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την εισαγωγή του φεουδαρχικού συστήματος, αλλά και από την προσπάθεια αποδυνάμωσης της ορθόδοξης εκκλησίας, εγκαθιδρύοντας τη λατινική. Γενικά η περίοδος της Φραγκοκρατίας σηματοδοτείται από "τη δυστυχία, την εκμετάλλευση και την καταπίεση του ντόπιου ελληνισμού της Κύπρου".

Ανάμεσα στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν την περίοδο αυτή, θα τύχουν ιδιαίτερης αναφοράς τα γεγονότα που σχετίζονται, με την κατάληψη της Άκρας των Μαμελούκων, την προσωρινή κατάληξη του νησιού από τους Γενουάτες, την επανάσταση του Ρε Αλέξη, με τη διαμάχη ανάμεσα στην ορθόδοξη και τη λατινική εκκλησία, αλλά και την παραχώρηση της Κύπρου στη Βενετία. Τέλος θα παρουσιαστεί με συντομία η πνευματική παραγωγή και η τέχνη της εποχής.

Ειδικότερα το 1291, επί της βασιλείας του Ερίκου Β', έλαβε χώρα η πολιορκία της Άκρας, αλλά και η κατάληψη του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, από τους μουσουλμάνους Μαμελούκους της Αιγύπτου. Η εξέλιξη αυτή, κατέστησε το νησί ως το "μοναδικό οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό προγεφύρωμα" της Δύσης στον κόσμο της Ανατολής. Τότε, το λατινικό στοιχείο ενισχύθηκε μετά την έλευση χριστιανών, στρατιωτών, αξιωματούχων και εμπόρων. Ο Ερίκος προβαίνει στην παραχώρηση εμπορικών προνομίων στους Γενουάτες, Πισσάτες, Καταλανούς και Βενετούς, προκαλώντας δυσμενείς επιπτώσεις τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Το νησί υπέφερε από τις συνεχείς αντιζηλίες ανάμεσα στους εμπόρους. Ταυτόχρονα, χάρη στις εκτεταμένες εμπορικές συναλλαγές, εισέρεε πλούτος στο νησί.

Τον 14ον αιώνα, οι Γενουάτες με αφορμή ένα περιστατικό κατά τη διάρκεια της στέψης, εισβάλλουν στην Αμμόχωστο και σ' άλλες πόλεις. Ειδικότερα, τη στιγμή της στέψης νέου βασιλιά, του Πέτρου Β' στην Αμμόχωστο, οι Γενουάτες με τους Βενετούς συγκρούονται τη στιγμή της τέλεσης ενός εθίμου. Οι τελευταίοι απαίτησαν να κρατήσουν το δεξιό αντί το αριστερό χαλινάρι του αλόγου του βασιλιά την ώρα της πομπής. Τότε, οι Γενουάτες αντέδρασαν, εφόσον η παράδοση όριζε πως οι ίδιοι κατείχαν το δικαίωμα να κρατούν το δεξιό χαλινάρι. Της προαναφερόμενης σύγκρουσης, ακολούθησε η εισβολή ισχυρών ναυτικών δυνάμεων αρχικά στην Αμμόχωστο, και εν συνεχεία στη Λεμεσό και την Πάφο. Η γενουατική επίθεση επέφερε δυσμενείς επιπτώσεις, όπως την οικονομική εξάντληση κυρίως των κατοίκων της Αμμοχώστου. Μετά απ’ αυτό, η ανεξαρτησία του νησιού περιορίστηκε. Τελικά, το 1410, οι Φράγκοι προσπαθούν να ανακαταλάβουν την Αμμόχωστο και να ανορθώσουν οικονομικά το κράτος, με επικεφαλή τον Ιανό. Ο συγκεκριμένος Φράγκος βασιλιάς προέβει σε δυο αποτυχημένες επιθέσεις κατάληψης της Αμμοχώστου. Ο ίδιος όμως, κατάφερε να νικήσει τους Γενουάτες, ενώ προσπαθούσαν να κατακτήσουν τη Λεμεσό.

Το πρώτο τέταρτο του 15ου αιώνα, εκδηλώθηκαν επιδρομές από Σαρακηνούς εναντίον της Κύπρου, καθιστώντας την φόρου υποτελής στο σουλτάνο. Τότε, οι χωρικοί και οι δουλοπάροικοι του νησιού εκμεταλλευόμενοι την αναρχία που επικράτησε, επαναστάτησαν εναντίον "των πλουσίων και των Φράγκων ευγενών". Κατά τη διάρκεια του ξεσηκωμού, οι επαναστάτες κήρυξαν ηγέτες σε όσες αγροτικές και αστικές περιοχές κατάφεραν να υποτάξουν. Ανάμεσα στους προαναφερόμενους ηγέτες ξεχώρισε ο Αλέξης, ο οποίος ανακηρύχθηκε ρήγας του Λευκονίκου, πετυχαίνοντας να υποτάξει την ύπαιθρο γι' αυτό και η επανάσταση έγινε γνωστή ως εξέγερση του Ρε Αλέξη. Παρόλο, που οι πληροφορίες για την εξέγερση είναι περιορισμένες, φαίνεται πως σημειώθηκαν αρκετές συγκρούσεις ανάμεσα στις αντίπαλες πλευρές. Οι Φράγκοι, το 1427, θανάτωσαν τους αρχηγούς του κινήματος, πετυχαίνοντας την καταστολή των επαναστατικών εστιών.

Η ανακήρυξη της Ελένης Παλαιολογίνας ως «αντιβασίλισσα» της Κύπρου, περί τα μέσα του 15ου αιώνα, συνοδεύτηκε από φιλελληνική και φιλορθόδοξη, όπως θα παρουσιαστεί πιο κάτω, πολιτική. Η συγκεκριμένη παραχώρησε στους Έλληνες για πρώτη φορά κρατικά αξιώματα. αλλά και κατέστησε την ελληνική κυπριακή διάλεκτο ως τη γλώσσα της αυλής.

Στα τέλη του 15ου αιώνα, ο Ιάκωβος Β' παντρεύτηκε την Αικατερίνη Κορνάρο, βενετικής καταγωγής, η οποία έμελλε να γίνει η τελευταία βασίλισσα της Φραγκοκρατίας. Συγκεκριμένα, ο Ιάκωβος Β', ενώ η Αικατερίνη ήταν έγκυος, πέθανε αιφνίδια «με ένα κάπως ύποπτο τρόπο». Περίπου ένα χρόνο μετά, πεθαίνει και ο νόμιμος διάδοχος του Ιακώβου Β', ο Ιάκωβος Γ'. Τότε, οι Βενετοί προβάλλοντας το "πρόσχημα" προστασίας αρχικά του νόμιμου διαδόχου και στη συνέχεια της βασίλισσας αναλαμβάνουν να διορίσουν δυο Βενετούς συμβούλους και ένα προβλεπτή, οι οποίοι στην πραγματικότητα κυβερνούσαν στη θέση της βασίλισσας. Ταυτόχρονα, η Βενετία ανέλαβε να πληρώνει τον υποτελικό φόρο προς την Αίγυπτο. Τελικά, οι Βενετοί πείθουν την Αικατερίνη να εγκαταλείψει το βασίλειό της ,παραχωρώντας της ισόβια σύνταξη και την περιοχή του Άζολου της Βενετίας. Μ' αυτό τον τρόπο τερματίζεται η φραγκική κυριαρχία στο νησί.

Κατά τη διάρκεια της φραγκοκρατίας, όπως έχει προαναφερθεί, η λατινική εκκλησία επεδίωξε τον "αφανισμό της ορθόδοξης κυπριακής εκκλησίας". Η σύνοδος της λατινικής εκκλησίας στη Λεμεσό κατά το 1221, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσπάθειας των Φράγκων να εξουθενώσουν τη δύναμη της εκκλησίας της Κύπρου. Ανάμεσα στις αποφάσεις της συνόδου, συγκαταλέγονται η αφαίρεση του δικαιώματος του ορθόδοξου κλήρου ν’ απολαμβάνει το φόρο της δεκάτης, αλλά και η υποχρέωση του νεοκλεγμένου ορθόδοξου κλήρου να ορκίζεται πίστη και υποταγή στους λατίνους επισκόπους της περιφέρειάς του. Μετά την έλευση ενός έτους πραγματοποιήθηκε νέα σύνοδος στην Αμμόχωστο, η οποία αφού επικύρωσε την προηγούμενη, αποφάσισε τόσο τη μείωση των ορθοδόξων επισκόπων από δεκατέσσερις σε τέσσερις, όσο και την μεταφορά των εδρών τους από τις πόλεις στα χωριά.

Η αντίσταση της κυπριακής εκκλησίας για υποταγή στη λατινική, διαφαίνεται χαρακτηριστικά μέσα από το "μαρτύριο των δεκατριών μοναχών της Καντάρας", το 1231. Σαφέστερα, οι μοναχοί της Μονής της Παναγίας της Καντάρας διαφώνησαν με κάποιο λατίνο κληρικό για δογματικό θέμα. Τότε, ο λατίνος αρχιεπίσκοπος κάλεσε τους μοναχούς να παρουσιαστούν ενώπιον του στη Λευκωσία. Οι δεκατρείς μοναχοί οδηγήθηκαν στη φυλακή και για τρία χρόνια υποβάλλονταν σε βασανιστήρια. Με την έγκριση του Πάπα, αφού καταδικάστηκαν ως αιρετικοί κάηκαν ζωντανοί.

Με το πέρασμα των χρόνων, η διένεξη μεταξύ των δυο εκκλησιών κορυφώθηκε. Το 13ον αιώνα, το 1260, ο Πάπας Αλέξανδρος Δ', με τη "Διάταξιν Κυπρίαν" ή "Βούλλα Κυπρίαν" επικύρωνε την "υποτέλεια της ορθόδοξης εκκλησίας" ή μ' άλλα λόγια τις αποφάσεις των προηγούμενων συνόδων. Το μοναδικό όφελος από τη "Βούλλα", θεωρείται η παραχώρηση του δικαιώματος άσκησης των καθηκόντων των ορθόδοξων επισκόπων, χωρίς να δέχεται επέμβαση από τη λατινική εκκλησία.

Η περίοδος της Ελληνίδας αντιβασίλισσας Ελένης Παλαιολογίνας, όπως έχει ήδη αναφερθεί, συνοδεύτηκε από την ανακούφιση και την τόνωση των ορθοδόξων και της κυπριακής εκκλησίας. Η Παλαιολογίνα, σταμάτησε τις διώξεις των ορθοδόξων και γενικά επεδίωξε την ενδυνάμωση της ανεξαρτησίας της εκκλησίας της Κύπρου. Είναι χαρακτηριστικό , πως πολλοί πρόσφυγες μετά την Άλωση βρήκαν καταφύγιο στο μοναστήρι των Μαγγάνων, το οποίο έτυχε οικονομικής ενίσχυσης και ανακαίνισης χάρη στην Παλαιολογίνα.

Η πνευματική παραγωγή, την εποχή αυτή, θεωρείται αξιόλογη εφόσον έχει να επιδείξει έργα, τα οποία διαθέτουν λογοτεχνική αξία και παράλληλα αποτελούν "σημαντικές πηγές για την ιστορία, τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τη λαογραφία του νησιού". Τα σημαντικότερα έργα της εποχής, θεωρούνται οι χρονογραφίες του Λεόντιου Μαχαιρά και του Γεώργιου Βουστρώνιου.

Όσον αφορά την τέχνη της εποχής, συνυπάρχουν στοιχεία από τη Δύση και το Βυζάντιο. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, αποτελεί η εκκλησιαστική αρχιτεκτoνική που ακολουθεί το γοτθικό, το βυζαντινό και το φραγκοβυζαντινό ρυθμό.. Αξίζει να σημειωθεί πως ο τελευταίος αποτελεί συγκερασμό των δυο πρώτων. Τέλος, πρέπει ν’ αναφερθεί, πως οι Φράγκοι προέβησαν στην επιδιόρθωση, στην επέκταση αλλά και στην ενίσχυση οχυρωματικών έργων, όπως των κάστρων του Αγίου Ιλαρίωνα, του Βουφαβέντο και της Καντάρας. Χαρακτηριστικό οχυρωματικό έργο των Φράγκων αποτελεί η ανέγερση του κάστρου του Κολοσσίου.

Πηγή:
Ιστορία της Κύπρου, Μεσαιωνική-Νεότερη, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 1999


Τυπώστε Αρχή Σελίδας Ταχυδρομήστε
Designed & Developed by NETinfo Services Ltd.
No images, text or other material whatsoever from this website may be copied, published, re-produced or otherwise used
without the written permission of NETinfo Services Ltd.